ΔΕΝ ΗΞΕΡΕ, ΔΕ ΡΩΤΑΓΕ.
Είναι προφανής – δυστυχώς – διαπίστωση πως στις μέρες μας, το μόνο το οποίο προκαλεί οργή και αγανάκτηση στην πλειονότητα του κόσμου, είναι η λήψη μέτρων τα οποία έχουν επίπτωση στην οικονομική του κατάσταση.
Tότε τα βάζει με όλους και με όλα. Mε τα ισχυρά οικονομικά συμφέροντα, τους διεφθαρμένους πολιτικούς, το σύστημα, τον καπιταλισμό.
Αντιθέτως, πολύ λίγοι είναι εκείνοι οι οποίοι θα εκφέρουν άποψη σε αντίστοιχο ύφος και χροιά σε θέματα που αφορούν τα ανθρώπινα δικαιώματα, την κακοποίηση των ζώων, τις περιβαλλοντολογικές καταστροφές και δεκάδες άλλα ζητήματα, των οποίων η μερική έστω αντιμετώπιση θα αναβάθμιζε ουσιαστικά τη ζωή μας, υποβαθμίζοντας εν μέρει τις επιπτώσεις οικονομικής φύσεως στην καθημερινότητα μας.
Συνεπώς, δεν κατανοεί πως όταν έχει οικοδομίσει τη ζωή του ολόκληρη με τέτοιο τρόπο ώστε η μόνη παράμετρος η οποία καθορίζει την ποιότητα της και συνεπώς την ψυχική του κατάσταση, είναι το χρήμα και τίποτα άλλο, τότε επί της ουσίας είναι συμμέτοχος, τροφοδότης, συνένοχος και εν τέλει όμηρος του συστήματος το οποίο μέμφεται.
Όπως επίσης δεν αντιλαμβάνεται πως το ιδιωτικό του συμφέρον είναι άμεσα συνυφασμένο με το δημόσιο συμφέρον και αντιστρόφως.
Όσο, λοιπόν, οι οικονομίες βρίσκονται σε ανάπτυξη και τα άτομα ευημερούν κανένας δεν μπαίνει στη διαδικασία να αναλογιστεί πως προκύπτει το εισόδημα του, εάν αυτό απορρέει από οικονομικά ορθολογικές πρακτικές και κατά πόσο οι οργανισμοί στους οποίους συμμετέχει είναι βιώσιμοι.
Επί πλέον δεν παρακολουθεί και δεν ελέγχει όσους ασκούν δημόσια διοίκηση σε κάθε θεσμικό επίπεδο, δε συμμετέχει στις πολιτικές διαδικασίες, δεν ενημερώνεται, δεν ασχολείται.
Αδιαφορεί, απολαμβάνοντας τα προνόμια τα οποία του έχει εξασφαλίσει το σύστημα.
Κατέχει θέση στο δημόσιο (...τι και αν είναι ένας από τους υπεράριθμους). Λαμβάνει μισθό από ιδιωτική εταιρία (…τι και αν τα κέρδη της εταιρίας προκύπτουν από πωλήσεις εκ των οποίων το μεγαλύτερο μέρος πραγματοποιείται με πιστωτικό χρήμα). Επιχειρεί (…τι και αν δεν έχει εξασφαλίσει κεφαλαιακή επάρκεια). Δικαιούται υψηλή σύνταξη (…τι και αν τα ασφαλιστικά ταμεία δεν είναι βιώσιμα).
Δεν ήξερε, δε ρώταγε.
Όταν όμως όλα τα παραπάνω από κεκτημένα και δεδομένα καταστούν διεκδικούμενα και αμφίβολα, τότε η γλυκιά νιρβάνα μετατρέπεται αίφνης σε οργή και αγανάκτηση κατά δικαίων και αδίκων, χωρίς την παραμικρή διάθεση αυτοκριτικής για το παρελθόν και συνεισφοράς για το παρόν και το μέλλον.
Ως εκ τούτου, αντιλαμβάνεται τη μείωση των εισοδημάτων του, τις έκτακτες εισφορές, το χαράτσι, τη φορολόγηση των καταθέσεων ως “κλοπή” από το σύστημα και όχι σαν τη δική του συνεισφορά, τώρα που η οικονομία βρίσκεται σε ύφεση και δεν είναι δυνατόν να του παρέχει τα ίδια προνόμια τα οποία απολάμβανε όταν οι οικονομικοί δείκτες ευημερούσαν.
Βεβαίως θα πει κανείς (…ή μάλλον όλοι), πως οφείλουν να πληρώσουν μόνο εκείνοι οι οποίοι έφταιξαν και πως το σύστημα είναι άδικο.
Αλήθεια όμως… Ποιοί δεν ευθύνονται;
Γιατί αν όλοι συμφωνούν ότι φταίνε όσοι καταχράστηκαν την εξουσία που τους παρείχε το σύστημα, ίσως ήρθε η ώρα να συμφωνήσουν πως ευθύνονται επίσης και όλοι όσοι σφύριζαν αδιάφορα, ενόσω τα ιδιωτικά τους συμφέροντα δε θίγονταν.
Είτε κινούμενοι ανάμεσα τους παρακαλουθώντας τους απαθώς, είτε όντας βυθισμένοι στο σκοτάδι της άγνοιας τους
Σύστημα δίκαιο, δεν υπήρξε, δεν υπάρχει και δεν πρόκειται να υπάρξει ποτέ.
Άλλωστε ο άνθρωπος – όπως κάθε ζωντανός οργανισμός – έχοντας ως αξιακό υπόβαθρο συμπεριφοράς το ένστικτο της επιβίωσης σε συνδιασμό με το νόμο του ισχυρού, δεν έχει παρά να προσθέσει τις διαστροφικές πτυχές της νοημοσύνης του, ώστε να οικοδομίσει κοινωνίες στις οποίες η ζούγκλα του ζωικού βασιλείου, δύναται να λογίζεται ως νηπιαγωγείο μπροστά τους.
Νίκος Μυτιληναίος - ΙΙΙ.13